ΜΑΘΗΣΙΑΚΕΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ

Κάθε πρόβλημα έχει τη λύση του
ΛΕΓΕΤΑΙ ΟΤΙ Ο ΑΙΝΣΤΆΙΝ ΚΑΙ Ο ΡΟΚΦΕΛΕΡ ΗΤΑΝ ΔΥΣΛΕΞΙΚΟΙ. ΣΗΜΕΡΑ, ΜΕ ΤΗ ΒΟΗΘΕΙΑ ΕΙΔΙΚΩΝ, Η ΔΥΣΚΟΛΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ Ή ΓΡΑΦΗΣ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΣΑΣ ΘΕΡΑΠΕΥΕΤΑΙ. ΑΠΟ ΤΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΑ ΓΕΡΜΑΝΟΥ

Παρ’ όλο που δεν είναι κάτι το ορατό, όπως μία σωματική δυσλειτουργία ή αναπηρία, οι δυσκολίες οι οποίες αφορούν στο πώς ένας άνθρωπος επεξεργάζεται τις πληροφορίες που λαμβάνει, δεν είναι απλό θέμα. O τρόπος με τον οποίο κάποιος δέχεται, συνδυάζει και εκφράζει τα μηνύματα από τα οποία βομβαρδίζεται, παρουσιάζει κάποιες φορές προβλήματα. Ένα άτομο που πάσχει από μαθησιακή δυσκολία, μπορεί να παρουσιάζει προβλήματα στη γλώσσα ή και στη σύλληψη των ιδεών. Με αυτό τον τρόπο επηρεάζονται η ανάγνωση, ο συλλαβισμός, η γραπτή γλώσσα, ακόμη και η ικανότητα στα μαθηματικά. Σε ορισμένα μάλιστα παιδιά επηρεάζεται και η ικανότητα οργάνωσης, η ικανότητα διαχείρισης του χρόνου τους και οι κοινωνικές τους συναναστροφές.
Τις περισσότερες φορές οι ικανότητες που επηρεάζονται δεν έχουν απαραιτήτως σχέση μεταξύ τους. Για παράδειγμα, μπορεί ένας μαθητής να είναι εξαιρετικά ευφράδης και με πάρα πολύ καλό λεξιλόγιο, αλλά παρ’ όλα αυτά να δυσκολεύεται να συλλαβίσει απλούστατες λέξεις. Ένα άλλο παράδειγμα είναι όταν κάποιος μαθητής δείχνει να μαθαίνει ακούγοντας το δάσκαλο να μιλά στην τάξη, αλλά δεν μπορεί να κάνει τις γραπτές εργασίες. Έχει γίνει πλέον γνωστό ότι πολλοί διάσημοι άνθρωποι παρουσίαζαν τέτοιες αντιθέσεις, όσον αφορά στις ικανότητές τους στη μάθηση. Για παράδειγμα, ο Νέλσον Ροκφέλερ είχε δυσλεξία, αλλά έβγαζε πολύ καλούς πολιτικούς λόγους.
Πολύ συχνά οι μαθησιακές δυσκολίες συγχέονται με άλλες καταστάσεις, όπως για παράδειγμα οι ελαφρές μορφές νοητικής καθυστέρησης ή ψυχολογικές διαταραχές. Η ουσία είναι ότι οι μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες δεν διαφέρουν σε τίποτε από τους υπόλοιπους στην εμφάνιση, την ευφυΐα ή τη συναισθηματική τους κατάσταση.

ΚΑΤΑΝΟΩΝΤΑΣ ΤΙΣ ΜΑΘΗΣΙΑΚΕΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ
Για να μπορέσουμε να διαγνώσουμε εάν το παιδί μας παρουσιάζει κάποια μαθησιακή δυσκολία, θα πρέπει πρώτα να αρχίσει να πηγαίνει στο σχολείο. Κι αυτό γιατί θα πρέπει να ξεκινήσει τουλάχιστον την πρώτη τάξη του δημοτικού, για να αρχίσει τη γραφή, την ανάγνωση και την αριθμητική, όπου και θα φανούν τα πρώτα προβλήματα. Καθώς είναι δύσκολο για εμάς να κάνουμε κάποια διάγνωση, οι βασικοί αρμόδιοι για να μας βοηθήσουν είναι οι δάσκαλοι των παιδιών μας. Εάν, λοιπόν, μας ενημερώσουν ότι παρ’ όλο που η γενική εικόνα του μέσα στην τάξη είναι καλή, το παιδί παρουσιάζει συγκεκριμένη δυσκολία στο γραπτό ή στον προφορικό λόγο ή ότι αντιστρέφει τα γράμματα και τα νούμερα όταν γράφει ή διαβάζει, τότε πρέπει να επισκεφθούμε κάποιον ειδικό.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ
Αφού γίνει η διάγνωση, οι ειδικοί καταρτίζουν ένα πρόγραμμα για να ωφεληθεί το παιδί όσο το δυνατόν περισσότερο. Τις περισσότερες φορές, το πρόγραμμα αποτελείται από δύο μέρη και απαιτεί τη συνεργασία δασκάλων, οικογένειας και παιδιού. Στο σχολείο, παρέχεται περισσότερος χρόνος στο παιδί να σκεφθεί και να γράψει και συνήθως εξετάζεται στα μαθήματα προφορικά. Στο σπίτι, οι γονείς βοηθούν το παιδί με ένα πρόγραμμα μελέτης που έχει καταρτιστεί σε συνεργασία με τον ειδικό. Oυσιαστικά, το παιδί μαθαίνει να ξεχωρίζει ποιες είναι οι δυνατότητες και οι αδυναμίες του και στη συνέχεια να οργανώνει το χρόνο του, να χρησιμοποιεί πίνακες, να υπογραμμίζει και άλλα «κόλπα» που θα το βοηθήσουν να μην μπερδεύεται. Έτσι, μαθαίνει μόνο του να εξυπηρετεί τον εαυτό του χωρίς να χρειάζεται τη βοήθειά μας.
ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΣΤΟΝ ΨΥΧΙΣΜΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ
Όσο νωρίτερα γίνει η διάγνωση και δοθεί ένα πρόγραμμα αντιμετώπισης της συγκεκριμένης δυσκολίας τόσο καλύτερα είναι για το παιδί. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν καθυστερήσει η διάγνωση. Κι αυτό γιατί το παιδί, στις συναναστροφές του με τα άλλα παιδιά, αρχίζει να διαισθάνεται ότι έχει κάτι το διαφορετικό. Συνειδητοποιεί ότι δεν μπερδεύουν όλοι τις λέξεις ή τους αριθμούς όταν μιλούν ή γράφουν και αρχίζει να νιώθει κατώτερο, χωρίς πραγματικά να είναι. Κατά συνέπεια, το μυαλό του κατακλύζεται από αρνητικές σκέψεις για τον εαυτό του, που του δημιουργούν έλλειψη αυτοσεβασμού και αυτοεκτίμησης. Όσο συντομότερα, λοιπόν, διαγνώσουμε και αντιμετωπίσουμε τη δυσκολία τόσο το καλύτερο, για να βοηθήσουμε να μείνει υγιής και δυνατός ο ψυχισμός του παιδιού μας.
Tα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες δεν διαφέρουν από τα υπόλοιπα στην εμφάνιση, την ευφυΐα ή τη συναισθηματική τους κατάσταση.
ΕΙΔΗ ΜΑΘΗΣΙΑΚΩΝ ΔΥΣΚΟΛΙΩΝ
Όταν ένας ειδικός κάνει τη διάγνωσή του, το πιο πιθανό είναι να συναντήσουμε έναν από τους παρακάτω όρους:
Διαταραχή Εστίασης Προσοχής: Η δυσκολία να εστιάσει την προσοχή του και να συγκεντρωθεί σε κάτι συγκεκριμένο.

Ακουστικός Διαχωρισμός:

Η αδυναμία να ακούσει τη διαφορά ανάμεσα σε λέξεις ή/και συλλαβές που ηχούν παρόμοια.
Ακουστική Συνέχεια:

Η αδυναμία να πει ή/και να επαναλάβει πολύπλοκες, πολυσυλλαβικές λέξεις με ταχύτητα και ακρίβεια.
Απόσπαση:

Η δυσκολία να διατηρήσει την προσοχή και τη συγκέντρωσή του σε συγκεκριμένη εργασία.
Δυσκολία Υπολογισμού:

H δυσκολία να ολοκληρώσει μαθηματικές πράξεις.
Δυσγραφία
:
Η δυσκολία να εκτελέσει την κίνηση του χεριού που απαιτείται για να γράψει.
Δυσλεξία:

Η δυσκολία να μάθει να διαβάζει, παρ’ όλο που μπορεί ήδη να πηγαίνει σχολείο.
Δυσνομία:

Η δυσκολία να επαναφέρει στη μνήμη του ή να θυμηθεί λέξεις ή ονόματα.
Παρορμητισμός:

Η ανάληψη δράσης με βάση την παρόρμηση, χωρίς να αναλογίζεται τις συνέπειες της πράξης του.
Προβλήματα μνήμης:

Η δυσκολία να αποθηκεύει πληροφορίες και εμπειρίες στη μνήμη του και να τις επαναφέρει αργότερα.
Μη-λεκτικά ερεθίσματα:

Πρόκειται για ερεθίσματα όπως οι σχέσεις χώρου και χρόνου ή η συνειδητότητα του σώματος του παιδιού.
Oπτικός Διαχωρισμός:

Η δυσκολία να διακρίνει οπτικά τη διαφορά ανάμεσα σε γράμματα, αριθμούς, λέξεις και αντικείμενα που μοιάζουν στην εμφάνιση.
Δυσφασία:

Η μειωμένη δυνατότητα του παιδιού να κατανοήσει και να χρησιμοποιήσει τον προφορικό λόγο.
Δυσπραξία:

Η δυσκολία στο να εκτελέσει εσκεμμένες κινήσεις.

Κατά τη διάγνωση των μαθησιακών δυσκολιών ο ειδικός ψυχολόγος ή ο λογοθεραπευτής θα πρέπει να λάβει υπόψη του:
1. Το ιστορικό του παιδιού και αν αυτό περιλαμβάνει αναπτυξιακά, μαθησιακά και οικογενειακά προβλήματα.
2. Τις αισθήσεις του και κυρίως την όραση και την ακοή.
3. Μια αρχική νοητική αξιολόγηση.
4. Κάποια ακαδημαϊκή αξιολόγηση, η οποία θα συμπεριλαμβάνει γλώσσα, ανάγνωση, γραφή, αριθμητική και συχνά την ικανότητα μελέτης.
5. Αξιολόγηση των δυνατοτήτων και αδυναμιών ενός μαθητή και ιδιαίτερα στη φωτογραφική μνήμη και στον ακουστικό διαχωρισμό.

ΣΗΜΑΔΙΑ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΕΞΟΥΜΕ
Tην άρνηση του παιδιού να πάει στο σχολείο ή/και να μελετήσει τα μαθήματα του σχολείου.

Ότι το παιδί μας έχει πολύ χαμηλή αυτοπεποίθηση και αποφεύγει τη συναναστροφή με άλλα παιδιά.

Ότι φοβάται σε παράλογο βαθμό τα ύψη, το σκοτάδι ή το να χαθεί στο δρόμο.

Tην τάση να αποφεύγει ό,τι έχει σχέση με την ισορροπία, το συντονισμό κινήσεων, τα αθλήματα.

Ότι παρουσιάζει ψυχολογικές μεταπτώσεις στη διάθεσή του, χωρίς να συντρέχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος.

Ότι έχει αποκτήσει συγκεκριμένες εμμονές (όπως π.χ. το να πλένει συνέχεια τα χέρια του ή να γράφει και να σκίζει τα γραπτά του διορθώνοντάς τα ξανά και ξανά).

ΠΟΥ ΝΑ ΑΠΕΥΘΥΝΘΩ:
O πρώτος άνθρωπος στον οποίο πρέπει να απευθυνθούμε είναι ένας ψυχολόγος ο οποίος συνεργάζεται με λογοθεραπευτή, ώστε να υπάρξει η καλύτερη δυνατή διάγνωση και θεραπεία.

Add Comment